Τελικά η ιστορία ήταν γραμμένη από την αρχή. Και όχι επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμοι παίκτες, αλλά επειδή κάποιοι φρόντισαν να ελαχιστοποιήσουν μόνοι τους τη δεξαμενή επιλογών.
Από τη μία υπήρχαν οι τραυματίες. Σλούκας, Μήτογλου, Παπαγιάννης. Και βέβαια ο Ρογκαβόπουλος, που έχει γενικώς «εξαφανιστεί» από τις επιλογές του προπονητή.
Μετά όσοι δεν κλήθηκαν ποτέ: Καλάθης, Καλαϊτζάκης, Κατσίβελης, Σάμοντουροβ, Αντετοκούνμπο και τα υπόλοιπα αδέρφια. Ο Ντόρσεϊ επίσης εκτός. Ο Καραγιαννίδης των 500 χιλιάδων επίσης εκτός.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, υπήρχε κι ένας... happy traveller. Πέρσι Νέα Υόρκη, φέτος Ιαπωνία. Ήθελε, λέει, να βοηθήσει την Εθνική – μέχρι και φαντάρος παρουσιάστηκε – αλλά τελικά τον αφήσαμε να γίνει... σαμουράι. Ίσως επιστρέψει με καινούργια αμυντική φιλοσοφία που εμπεριέχει κιμονό και κατάνα.
Για τον Βεζένκοφ ούτε λόγος. Έλληνας για όλους όταν βολεύει, αλλά με τη φανέλα της Βουλγαρίας όταν παίζει μπάσκετ. Και όσο εμείς ψάχναμε πόντους με το κιάλι, εκείνος έβαζε 22 απέναντι στη Νορβηγία.
Και ποιοι απέμειναν;
Στα γκαρντ ο Λαρεντζάκης, ο Τολιόπουλος και ο Μωραΐτης. Συνολικά 23 πόντοι. Δεν είναι κακός αριθμός, αν αναλογιστεί κανείς ότι οι περισσότεροι δεν έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο ούτε στις ομάδες τους.
Στις θέσεις των περιφερειακών, Νετζήπογλου και Μήτρου-Λονγκ πρόσθεσαν συνολικά 12 πόντους, ενώ ο Μπαζίνας έδωσε ελάχιστες ανάσες. Ο ένας βασικός στον Άρη, ο άλλος περισσότερο θεατής στον πάγκο της ομάδας του, κι όμως όλοι κλήθηκαν να σηκώσουν το βάρος της Εθνικής.
Στα φόργουορντ, Παπανικολάου, Χαραλαμπόπουλος και Περσίδης έμειναν στους 11 πόντους συνολικά, με 4/12 σουτ, παίζοντας σχεδόν ολόκληρο το παιχνίδι. Ο Τολιόπουλος μόνος του είχε σχεδόν την ίδια παραγωγή.
Στους ψηλούς η εικόνα ήταν ακόμη πιο φτωχή. Τσαλμπούρης, Κουζέλογλου και Κακλαμανάκης πρόσφεραν όλοι μαζί 8 πόντους και μόλις 3 ριμπάουντ. Τρεις σέντερ, μία στατιστική που δύσκολα μπορεί να γίνει πιστευτή.
Απέναντι στην Πορτογαλία, η Ελλάδα αποφάσισε να βομβαρδίσει από τα 6,75 με 7/36 τρίποντα, ενώ στα δίποντα εκτέλεσε μόλις 30 φορές. Οι Πορτογάλοι ακολούθησαν τον απλό δρόμο: περισσότερες επιθέσεις κοντά στο καλάθι, καλύτερα ποσοστά και πιο εύκολοι πόντοι.
Στα ριμπάουντ χάσαμε κατά κράτος, στις ασίστ επίσης βρεθήκαμε πίσω, ενώ οι αντίπαλοι είχαν περισσότερα κοψίματα. Κι όμως, όσοι επιμένουν ότι τα ριμπάουντ καθορίζουν τις βολές, μάλλον δυσκολεύονται να εξηγήσουν γιατί η διαφορά στις ελεύθερες βολές ήταν μόλις 25-14.
Με τη Ρουμανία η εικόνα δεν άλλαξε. Η επίθεση έμεινε ξανά στους 66 πόντους, δεχθήκαμε 73 και ο Ράσελ έκανε τη ζημιά με 20 πόντους. Αυτή τη φορά είχαμε καλά νούμερα σε ριμπάουντ και ασίστ. Παρ' όλα αυτά, τα λάθη και τα κλεψίματα ήταν συντριπτικά εις βάρος μας.
Και πάλι η ίδια εμμονή. 38 τρίποντα, μόλις 26 δίποντα. Οι Ρουμάνοι, αντίθετα, χτύπησαν περισσότερο μέσα στη ρακέτα και δικαιώθηκαν. Όσο για τις βολές; Παρότι η Ελλάδα είχε περισσότερα ριμπάουντ, εκτέλεσε μόλις τέσσερις, έναντι δεκαεννέα των αντιπάλων.
Το συμπέρασμα είναι απλό. Οι παίκτες που κατέβηκαν στο γήπεδο δεν δημιούργησαν το πρόβλημα. Κλήθηκαν να διαχειριστούν ένα πρόβλημα που άλλοι είχαν ήδη δημιουργήσει. Αν κάποιος αναζητά ευθύνες, ας μην κοιτάζει αυτούς που κατέβηκαν να παίξουν αλλά εκείνο(υς) που δημιούργησαν το πρόβλημα.
